|

Δικαιοσύνη
και Κάριτας
Hδη από το 1800 υποκινήθηκε μια αντίρρηση κατά της
φιλανθρωπικής δραστηριότητας της Εκκλησίας, η οποία αντίρρηση αναπτύχθηκε
επίμονα, προπάντων από τη μαρξιστική σκέψη. Οι φτωχοί, λέγεται, δεν
έχουν ανάγκη από έργα φιλανθρωπίας, αλλά από δικαιοσύνη. Τα έργα της
αγάπης (οι ελεημοσύνες) στην πραγματικότητα είναι ένας τρόπος για
τους πλούσιους, να αποφύγουν την εδραίωση της δικαιοσύνης και να καθησυχάσουν
τη συνείδησή τους, διατηρώντας τις δικές τους θέσεις και καταπατώντας
τα δικαιώματα των φτωχών. Αντί να συμβάλλουμε με τα ιδιωτικά έργα
φιλανθρωπίας στη συντήρηση των σημερινών συνθηκών ζωής θα έπρεπε να
δημιουργήσουμε μια δίκαιη τάξη, όπου όλοι να λαβαίνουν το μερίδιό
τους από τα αγαθά του κόσμου, και επομένως δεν θα έχουν πια ανάγκη
από τα έργα φιλανθρωπίας. Σ’αυτήν την επιχειρηματολογία, οφείλουμε
να το αναγνωρίσουμε, υπάρχει κάποια αλήθεια, αλλά υπάρχει και κάποιο
λάθος. Είναι αλήθεια ότι: βασικός κανόνας του Κράτους πρέπει να είναι
η αναζήτηση της δικαιοσύνης και ότι ο σκοπός μιας δίκαιης κοινωνικής
τάξης είναι να εγγυάται στον καθένα, μέσα στον σεβασμό προς την αρχή
της επικουρικότητας, το μερίδιό του στα κοινά αγαθά. Αυτά τα υπογράμμισαν
πάντοτε η χριστιανική διδασκαλία για το Κράτος και η κοινωνική διδασκαλία
της Εκκλησίας.
Είναι καθήκον μας να παραδεχθούμε ότι οι αντιπρόσωποι της Εκκλησίας
αντιλήφθηκαν με βραδύτητα ότι το πρόβλημα της δίκαιης δομής της κοινωνίας
έπαιρνε νέα μορφή. Δεν έλειψαν οι πρωτοπόροι: ένας από αυτούς ήταν
π.χ. ο Επίσκοπος Κέττελερ της Μαγκόντσα (+1877). Ως απάντηση στις
συγκεκριμένες ανάγκες παρουσιάσθηκαν επίσης κύκλοι, σύνδεσμοι, ενώσεις,
ομοσπονδίες και προπάντων νέα μοναχικά τάγματα, τα οποία μέσα στον
19ο αιώνα κατέβηκαν στον αγώνα κατά της φτώχειας, της ασθένειας και
κατά των στερήσεων στον εκπαιδευτικό τομέα.
Αντιμετωπίζοντας έτσι τις όλο και νεώτερες καταστάσεις και τα νεώτερα
προβλήματα, αναπτύχθηκε μια καθολική κοινωνική διδασκαλία, η οποία
κατά το 2004 παρουσιάσθηκε οργανικά στην ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, την οποία συνέταξε το Ποντιφικό Συμβούλιο ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ.
Μέσα στη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, και στην
οποία συνέβαλε και η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, η κοινωνική διδασκαλία
της Εκκλησίας έγινε θεμελιακή υπόδειξη, που προτείνει αξιόλογες κατευθύνσεις,
πέρα από τα σύνορα της Εκκλησίας: αυτές οι κατευθύνσεις (μπροστά στην
πρόοδο της ανάπτυξης) πρέπει να μελετηθούν στο διάλογο με όλους όσοι
ενδιαφέρονται σοβαρά για τον άνθρωπο και για τον κόσμο του.
Η δίκαιη τάξη της κοινωνίας και του Κράτους είναι βασικό καθήκον της
πολιτικής. Ένα Κράτος, που δεν κυβερνάται σύμφωνα με τη δικαιοσύνη,
γίνεται μια μεγάλη συμμορία ληστών, όπως είπε κάποτε ο Ιερός Αυγουστίνος.
Στη βασική δομή του χριστιανισμού ανήκει η διάκριση ανάμεσα σ’αυτά
που ανήκουν στον Καίσαρα και σ’αυτά που ανήκουν στο Θεό (πρβλ. Μθ.
Κβ’, 21), δηλαδή η διάκριση μεταξύ του Κράτους και της Εκκλησίας,
ή, όπως λέει η Β’ Σύνοδος του Βατικανού, η αυτονομία της εγκόσμιας
πραγματικότητας. Το Κράτος δεν μπορεί να επιβάλει τη θρησκεία, αλλά
οφείλει να εξασφαλίζει την ελευθερία της και την ειρήνη μεταξύ των
πιστών διαφόρων θρησκειών. Η Εκκλησία, ως κοινωνική έκφραση της χριστιανικής
πίστης, από δική της πλευρά, έχει την ανεξαρτησία της, και στη βάση
της πίστεως ζει την κοινοτική μορφή της, την οποία το Κράτος οφείλει
να σέβεται. Οι δύο σφαίρες διακρίνονται, αλλά πάντοτε σε αμοιβαία
σχέση.
Η Εκκλησία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αναλάβει στα χέρια της τον
πολιτικό αγώνα, για να πραγματοποιήσει την όσο το δυνατό πιο δίκαιη
κοινωνία.
Δεν μπορεί και δεν πρέπει να μπει στη θέση του Κράτους. Αλλά ούτε
μπορεί και ούτε πρέπει να μείνει στα περιθώρια του αγώνα για την δικαιοσύνη.
Οφείλει να ενταχθεί σ’αυτόν τον αγώνα, διαμέσου της λογικής επιχειρηματολογίας,
και οφείλει να ξυπνά τις πνευματικές δυνάμεις, χωρίς τις οποίες η
δικαιοσύνη δεν μπορεί να εδραιωθεί και να ευημερήσει.
Η αγάπη – «κάριτας» θα είναι πάντοτε απαραίτητα, ακόμη και μέσα στην
πιο δίκαιη κοινωνία. Όποιος θέλει να απαλλαχθεί από την αγάπη, θέλει
να απαλλαχθεί από τον άνθρωπο ως άνθρωπο. Θα υπάρχει πάντοτε ο πόνος
που χρειάζεται παρηγοριά και βοήθεια. Θα υπάρχει πάντοτε η μοναξιά.
Θα υπάρχουν πάντοτε και οι καταστάσεις υλικής ανάγκης, στις οποίες
είναι απαραίτητη μια βοήθεια.
Δεν χρειαζόμαστε ένα Κράτος που να ρυθμίζει και να κυριαρχεί τα πάντα.
Έχουμε ανάγκη από ένα Κράτος που να αναγνωρίζει και να υποστηρίζει
γενναιόδωρα τις πρωτοβουλίες που προέρχονται από διάφορες κοινωνικές
δυνάμεις, που ενώνουν τον αυθορμητισμό και την αλληλεγγύη προς όσους
βρίσκονται σε ανάγκη. Η Εκκλησία είναι μια από αυτές τις ζωντανές
δυνάμεις.
Η θεωρία, σύμφωνα με την οποία οι δίκαιες δομές της κοινωνίας θα έκαναν
περιττά τα έργα αγάπης, υποκρύβει στην πραγματικότητα μια υλιστική
αντίληψη του ανθρώπου: την αντίληψη ότι ο άνθρωπος θα μπορούσε να
ζήσει «μονάχα με ψωμί» (Μθ.δ’, 4 – πρβλ. Δευτ.κ’,3).
Ο άμεσος ρόλος δράσεως για μια δίκαιη τάξη μέσα στην κοινωνία ανήκει
στους λαϊκούς πιστούς. Ως πολίτες του Κράτους, οι πιστοί αυτοί καλούνται
να συμμετέχουν ως πρώτα πρόσωπα στη δημόσια ζωή. Γι’αυτό δεν μπορούν
να παραιτηθούν «από την πολύπλοκη και πολύμορφη οικονομική, κοινωνική,
νομοθετική, διαχειριστική και πολιτιστική δραστηριότητα, προοριζόμενη
να προάγει οργανικά και θεσμικά το κοινό καλό».
Αντίθετα, οι φιλανθρωπικές οργανώσεις της Εκκλησίας αποτελούν ένα
δικό της έργο, ένα φυσιολογικό της ρόλο, στον οποίο αυτή δεν συνεργάζεται
απλώς, αλλά ενεργεί ως υποκείμενο, άμεσα υπεύθυνο, πράττοντας αυτό
που αντιστοιχεί στη φύση της. Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να απαλλαχθεί
από την άσκηση της φιλανθρωπικής αγάπης που είναι η οργανωμένη φιλανθρωπική
δραστηριότητα των πιστών. Από την άλλη πλευρά δεν θα υπάρξει ποτέ
μια κατάσταση, στην οποία θα περιττεύει η φιλανθρωπική αυτή αγάπη
του κάθε πιστού, γιατί ο άνθρωπος, πέρα από τη δικαιοσύνη, έχει και
θα έχει πάντοτε, ανάγκη της αγάπης.
Απόσπασμα από το Β’ μέρος της Α’ Εγκυκλίου του
Πάπα Βενέδικτου ις’ «Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ».
Η μετάφραση έγινε από τον π. Αθανάσιο Αρμάο
|
|