Τελευταία Νέα



 


ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ις΄ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ 2006

«Βλέποντας τα πλήθη, ο Ιησούς τα λυπήθηκε» (Μθ. θ΄, 36).

Αγαπητοί Αδελφοί και Αδελφές,

Η Τεσσαρακοστή είναι ο προνομιακός καιρός του εσωτερικού προσκυνήματος προς Εκείνον, που είναι η πηγή της ευσπλαχνίας. Είναι ένα προσκύνημα στο οποίο ο Ίδιος μας συνοδεύει μέσα στην έρημο της φτώχειας μας, στηρίζοντάς μας στο δρόμο προς τη βαθιά χαρά του Πάσχα. Ακόμη και μέσα στη «σκιά θανάτου» (Ψ.22 [23],4) για την οποία μιλά ο ψαλμωδός, ενώ ο πειρασμός μας ωθεί στην απελπισία, ή στο να βάλουμε μια απατηλή ελπίδα στο έργο των χεριών μας, ο Θεός μας φυλάει και μας στηρίζει. Ναι, και σήμερα ακόμη ο Κύριος ακούει την κραυγή από τα πλήθη εκείνα που πεινούν για τη χαρά, την ειρήνη, την αγάπη. Όπως σε κάθε εποχή, τα πλήθη αυτά αισθάνονται εγκαταλελειμμένα. Ωστόσο, ακόμη και στην απελπισία της δυστυχίας, της μοναξιάς, της βίας και της πείνας, η οποία κτυπά αδιάκριτα ηλικιωμένους ανθρώπους, ώριμους και παιδιά, ο Θεός δεν επιτρέπει στο σκοτάδι και στη φρίκη να υπερισχύσουν. Πραγματικά, όπως έγραφε ο πολυαγαπημένος προκάτοχός μου Ιωάννης Παύλος Β΄, υπάρχει ένα «θεϊκό όριο επιβεβλημένο στο κακό»: είναι η ευσπλαχνία του Θεού. («Ανάμνηση και Ταυτότητα», 4, Παρίσι 2005, σελ. 35…). Μέσα σ’ αυτήν την προοπτική θέλησα να τοποθετήσω στην αρχή αυτού του Μηνύματος την ευαγγελική σημείωση, σύμφωνα με την οποία «βλέποντας τα πλήθη ο Ιησούς τα λυπήθηκε» (Μθ. θ΄, 36).

Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα, θέλω να σταματήσω και να μελετήσω πάνω σ’ ένα θέμα, που συζητιέται πολύ από τους συγχρόνους μας: το θέμα της αναπτύξεως. Και σήμερα ακόμη η «ματιά» της ευσπλαχνίας του Χριστού δεν σταματά να τοποθετείται πάνω στους ανθρώπους και πάνω στους λαούς. Τους κοιτάζει γνωρίζοντας ότι το θεϊκό «σχέδιο» προβλέπει το κάλεσμα στη σωτηρία. Ο Ιησούς γνωρίζει τα εμπόδια που αντιτίθενται σ’ αυτό το σχέδιο, και αισθάνεται συμπόνια για τα πλήθη: αποφασίζει να τα υπερασπίσει από τους λύκους, ακόμη και με το τίμημα της ζωής του. Με αυτή τη ματιά, ο Ιησούς αγκαλιάζει τα πρόσωπα και τα πλήθη, και εμπιστεύεται όλους στον Πατέρα, προσφερόμενος ο ίδιος ως θυσία εξιλασμού.

Φωτισμένη απ’ αυτήν την πασχαλινή αλήθεια, η Εκκλησία γνωρίζει ότι, για να προάγει μια ολοκληρωτική ανάπτυξη, πρέπει η «μαρτυρία» μας πάνω στον άνθρωπο να είναι στα μέτρα της ματιάς του Χριστού. Πραγματικά, δεν είναι με κανένα τρόπο δυνατό να διαχωρίσουμε την απάντηση στις υλικές και κοινωνικές ανάγκες των ανθρώπων από την απάντηση στις βαθιές επιθυμίες της καρδιάς τους. Αυτό πρέπει να το υπογραμμίσουμε ακόμη περισσότερο στην εποχή μας, που είναι εποχή μεγάλων αλλαγών, και στην οποία αντιλαμβανόμαστε όλο και πιο έντονα και πιο επιτακτικά την επείγουσα ευθύνη μας έναντι των φτωχών του κόσμου. Ο αείμνηστος προκάτοχός μου, ο Πάπας Παύλος ς΄, ταύτιζε ήδη με ακρίβεια τα δεινά της υποαναπτύξεως, ως μείωση της ανθρωπιάς των ανθρώπων. Με αυτό το πνεύμα, στην Εγκύκλιό του «Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ», κατήγγειλε «τις υλικές στερήσεις εκείνων που στερούνται από το ελάχιστο απαραίτητο της ζωής, και τις ηθικές στερήσεις εκείνων που είναι ακρωτηριασμένοι από τον εγωισμό τους,… (κατήγγειλε) τις καταπιεστικές δομές, που προέρχονται από τις καταχρήσεις του πλούτου ή τις καταχρήσεις της εξουσίας, από την εκμετάλλευση των εργατών ή από τις αδικίες του εμπορίου» (άρ. 21). Ως αντίδοτο σ’ αυτά τα δεινά, ο Παύλος ς΄ υποδείκνυε όχι μόνο «την αυξημένη προσοχή προς την αξιοπρέπεια του άλλου, τον προσανατολισμό προς το πνεύμα της πτωχείας, τη συνεργασία στο κοινό καλό και τη θέληση της ειρήνης», αλλά επίσης «την αναγνώριση από τον άνθρωπο των υπέρτατων αξιών και του Θεού, ο οποίος είναι η πηγή και η κορυφή αυτών των αξιών» (στο ίδιο). Μέσα σ’ αυτή τη γραμμή ο πάπας δεν δίσταζε να προτείνει «την πίστη, ως δώρο Θεού που γίνεται δεκτό από την καλή θέληση του ανθρώπου, και την ενότητα στη φιλάνθρωπη αγάπη του Χριστού» (στο ίδιο). Επομένως, η «ματιά» του Χριστού πάνω στο πλήθος μας προτρέπει να παραδεχθούμε το περιεχόμενο του «ολοκληρωτικού ουμανισμού», ο οποίος, σύμφωνα πάντοτε με τον Παύλο ς΄, έγκειται «στην ολοκληρωτική ανάπτυξη όλου του ανθρώπου, και όλων των ανθρώπων. (στο ίδιο, αρ. 42). Γι’ αυτόν το λόγο η πρώτη συμβολή που η Εκκλησία προσφέρει στην ανάπτυξη του ανθρώπου και στην ανάπτυξη των λαών δεν συνίσταται στα υλικά μέσα ή στις τεχνικές λύσεις, αλλά στο άγγελμα της αλήθειας του Χριστού, η οποία εκπαιδεύει τις συνειδήσεις και διδάσκει την αυθεντική αξιοπρέπεια του ανθρώπου και της εργασίας, προάγοντας την διαμόρφωση ενός πολιτισμού, ο οποίος ανταποκρίνεται πραγματικά σε όλα τα προβλήματα του ανθρώπου.

Μπροστά στις τρομερές προκλήσεις φτώχειας μιας τόσο μεγάλης μερίδας της ανθρωπότητας, η αδιαφορία και ο αναδιπλασιασμός στον εγωισμό μας τοποθετούνται σε μια απαράδεκτη αντίθεση με τη «ματιά» του Χριστού. Με την προσευχή, τη νηστεία και την ελεημοσύνη, τις οποίες η Εκκλησία μας προτείνει με ιδιαίτερο τρόπο κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής, βρίσκουμε τις κατάλληλες ευκαιρίες για να προσαρμοσθούμε σ’ αυτήν τη «ματιά». Τα παραδείγματα των αγίων και οι πολλαπλές ιεραποστολικές εμπειρίες, που χαρακτηρίζουν την ιστορία της Εκκλησίας, αποτελούν πολύτιμες υποδείξεις για τον καλύτερο τρόπο να υποστηρίξουμε την ανάπτυξη. Ακόμη και σήμερα, στην εποχή της παγκόσμιας αμοιβαίας εξαρτήσεως, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι κανένα οικονομικό, κοινωνικό ή πολιτικό πρόγραμμα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τo δώρο του εαυτού μας στον άλλο, δώρο μέσα στο οποίο εκφράζεται η αγάπη. Όποιος ζει με την ευαγγελική αυτή λογική, ζει την πίστη ως φιλία με τον ενσαρκωμένο Θεό, και, όπως Εκείνος, αναλαμβάνει τις υλικές και πνευματικές ανάγκες του πλησίον. Βλέπει τον πλησίον ως ένα απεριόριστο μυστήριο, αντάξιο για μια απέραντη προσοχή και απέραντη φροντίδα. Γνωρίζει ότι όποιος δεν δίνει τον Θεό, δίνει πολύ λίγο, όπως έλεγε η Μακάρια Θηρεσία της Καλκούτας: «η πρώτη φτώχεια των λαών είναι να μη γνωρίζουν τον Χριστό». Γι’ αυτό πρέπει να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να ανακαλύψουν τον Θεό στο φιλεύσπλαχνο πρόσωπο του Χριστού: έξω από αυτήν την προοπτική, ένας πολιτισμός δεν μπορεί να εδραιωθεί σε σταθερά θεμέλια.

Χάρη σε άνδρες και γυναίκες που υπάκουσαν στο Άγιο Πνεύμα, γεννήθηκαν μέσα στην Εκκλησία πολυάριθμα έργα αγάπης, προοριζόμενα να προάγουν την ανάπτυξη: νοσοκομεία, πανεπιστήμια, σχολεία επαγγελματικής μορφώσεως, μικροεπιχειρήσεις. Είναι πρωτοβουλίες οι οποίες, πολύ πριν από την πολιτική κοινωνία, απέδειξαν ότι οι άνθρωποι του ευαγγελικού μηνύματος είχαν την ειλικρινή φροντίδα για τον άνθρωπο. Τα έργα αυτά υποδείχνουν ένα δρόμο που οδηγεί ακόμη και σήμερα την ανθρωπότητα προς μια παγκοσμιοποίηση, της οποίας το επίκεντρο είναι το αληθινό καλό του ανθρώπου και η οποία οδηγεί στην αυθεντική ειρήνη. Με την ίδια συμπόνια που ο Ιησούς είχε για τα πλήθη, η Εκκλησία αισθάνεται ακόμη και σήμερα ως καθήκον της να ζητήσει από όσους κατέχουν τις πολιτικές ευθύνες και έχουν στα χέρια τους τα ηνία της οικονομικής και νομισματικής εξουσίας, να προάγουν μια ανάπτυξη, βασισμένη στον σεβασμό προς την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου. Μια σπουδαία πραγματοποίηση αυτής της προσπάθειας βρίσκεται και στην πραγματική θρησκευτική ελευθερία, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στη δυνατότητα αναγγελίας του ευαγγελίου και στη θεία λατρεία του Χριστού, αλλά είναι και συμβολή στην ανοικοδόμηση ενός κόσμου εμψυχωμένου από την αγάπη. Μέσα σ’ αυτήν την προσπάθεια βρίσκεται επίσης η έμπρακτη αναγνώριση του επίκεντρου ρόλου, τον οποίο παίζουν οι αυθεντικές θρησκευτικές αξίες στη ζωή του ανθρώπου, ως απάντηση στα βαθύτερα προβλήματά του, και ως κίνητρο για τις προσωπικές και κοινωνικές του αξίες. Αυτά είναι τα κριτήρια, πάνω στη βάση των οποίων οι χριστιανοί οφείλουν επίσης να μάθουν να αξιολογούν με σοφία τα προγράμματα αυτών που τους κυβερνούν.

Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι μέσα στην ιστορία διαπράχθηκαν σφάλματα από πολλούς που λέγονται μαθητές του Ιησού. Συχνά, μπροστά στα βαριά προβλήματα που αντιμετώπιζαν, σκέφθηκαν ότι άξιζε περισσότερο να βελτιώσουν την κατάσταση στη γη και έπειτα να σκεφθούν τον ουρανό. Ο πειρασμός ήταν να πιστέψουν ότι, μπροστά στις επείγουσες ανάγκες, έπρεπε πρώτα να φροντίσουν για την αλλαγή στις εξωτερικές δομές. Αυτό είχε ως συνέπεια για μερικούς, να μετατρέψουν τον χριστιανισμό σε ένα «μοραλισμό», δηλαδή σε μια ηθικοκρατία, και να αντικαταστήσουν το «πιστεύω» με το «πράττω». Γι’ αυτό, ο αείμνηστος προκάτοχός μου Ιωάννης Παύλος Β΄, με το δίκιο του παρατηρούσε: «Σήμερα υπάρχει ο πειρασμός να περιορίσουμε τον χριστιανισμό σε μια σοφία καθαρά ανθρώπινη, σε ένα είδος επιστήμης για να ζούμε καλά. Μέσα σε ένα κόσμο, που είναι έντονα κοσμικευμένος, εμφανίσθηκε μια «βαθμιαία κοσμίκευση της σωτηρίας». Γι’ αυτό, γίνεται βέβαια λόγος για τον άνθρωπο, αλλά για έναν άνθρωπο ακρωτηριασμένο, περιορισμένο μόνο στην οριζόντια διάστασή του. Αντίθετα όμως, εμείς γνωρίζουμε ότι ο Ιησούς ήρθε να μας φέρει την ολοκληρωτική σωτηρία» (Εγκύκλιος: «Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΛΥΤΡΩΤΟΥ», άρ. 11).

Σ’ αυτήν ακριβώς την ολοκληρωτική σωτηρία η Τεσσαρακοστή θέλει να μας οδηγήσει, εν όψει της νίκης του Χριστού ενάντια σε κάθε κακό, που καταπιέζει τον άνθρωπο. Στρεφόμενοι προς τον θείο Διδάσκαλο, μεταστρεφόμενοι προς Αυτόν, ζώντας την εμπειρία της ευσπλαχνίας του χάρη στο ιερό μυστήριο της Συμφιλιώσεως, θα ανακαλύψουμε μια «ματιά» που ερευνά στα βάθη της ψυχής μας και μπορεί να εμψυχώσει και πάλι τα πλήθη και τον καθένα μας. Αυτή η «ματιά» ξαναδίνει εμπιστοσύνη σε όσους δεν κλείνονται στον σκεπτικισμό τους, ανοίγοντας σ’ αυτούς την προοπτική της αιώνιας ευτυχίας. Πραγματικά, ήδη μέσα στην ιστορία, ακόμη και όταν το μίσος φαίνεται να κυριαρχεί, ο Κύριος δεν παραλείπει ποτέ να φανερώνει τη φωτεινή μαρτυρία της αγάπης του. Στην Αειπάρθενο Μαρία, «ζωντανή πηγή της ελπίδας» (Δάντη Αλιγκέρι: «ο Παράδεισος», ΧΧΧΙΙΙ, 12) εμπιστεύομαι το δρόμο μας μέσα στη Τεσσαρακοστή, ώστε Αυτή να μας οδηγήσει στον Υιό της. Σ’ Αυτήν εμπιστεύομαι ιδιαίτερα τα πλήθη, τα οποία σήμερα, δοκιμαζόμενα από τη φτώχεια, επικαλούνται βοήθεια, στήριγμα, κατανόηση. Με αυτά τα αισθήματα, από τα βάθη της καρδιάς μου, στέλνω σε όλους σας μια ιδιαίτερη αποστολική ευλογία.

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ ις΄

 

© Copyright 1998-2005